καθυστερίζω

καθυστερ-ίζω, = foreg. 2,
A

περὶ τὴν σποράν Gp.2.13.2

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καθυστερίζω — (Μ) καθυστερώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ὑστερίζω (< ὕστερος)] …   Dictionary of Greek

  • καθυστεριζόντων — καθυστερίζω pres part act masc/neut gen pl καθυστερίζω pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυστερίζοντα — καθυστερίζω pres part act neut nom/voc/acc pl καθυστερίζω pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυστερίζουσι — καθυστερίζω pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) καθυστερίζω pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυστερίζειν — καθυστερίζω pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυστερίζοιτο — καθυστερίζω pres opt mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.